Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.990.802 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δημόσιος

0,02 sec.
δημόσιος public public publiek, openbaar شعبي veřejný offentlig öffentlich público julkinen javni pubblico 公衆の 공공의 offentlig publiczny público общественный allmän ที่สาธาณชน halk công cộng 公众的
επίθ α / θ / ουδ δημόσιος, δημόσια, δημόσιο [ði'mosios, ði'mosia, ði'mosio]
1 που είναι για όλους public/-ique
δημόσιος χώρος un lieu public
2 σχετικός με το κράτος d'Étatpublic/-ique
δημόσια υπηρεσία un service d'État
δημόσιο έγγραφο un document public
3 σχετικός με το δημόσιο fonctionnaire
Είναι δημόσιος υπάλληλος. Il est fonctionnaire.
οι δημόσιες σχέσεις
οι επαγγελματικές επαφές les relations publiques
ουσ ουδ δημόσιο τα διοικητικά όργανα του Κράτους secteur public
δουλεύω στο δημόσιο être fonctionnaire/travailler dans le secteur public


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.