| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.440.859 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δημόσιος |
0,02 sec. |
|
|
δημόσιος public public publiek, openbaar شعبي veřejný offentlig öffentlich público julkinen javni pubblico 公衆の 공공의 offentlig publiczny público общественный allmän ที่สาธาณชน halk công cộng 公众的, 公众 公眾
επίθ α / θ / ουδ δημόσιος, δημόσια, δημόσιο [ði'mosios, ði'mosia, ði'mosio] 2 σχετικός με το κράτος d'Étatpublic/-ique 3 σχετικός με το δημόσιο fonctionnaire Είναι δημόσιος υπάλληλος. Il est fonctionnaire. οι δημόσιες σχέσεις οι επαγγελματικές επαφές les relations publiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|