| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.409.646 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δημόσιος υπάλληλος |
0,02 sec. |
|
δημόσιος υπάλληλος موظف حكومة δημόσιος υπάλληλος státní zaměstnanec δημόσιος υπάλληλος tjenestemand δημόσιος υπάλληλος Beamter δημόσιος υπάλληλος civil servant δημόσιος υπάλληλος funcionario δημόσιος υπάλληλος virkamies δημόσιος υπάλληλος fonctionnaire δημόσιος υπάλληλος državni službenik δημόσιος υπάλληλος funzionario pubblico δημόσιος υπάλληλος 公務員 δημόσιος υπάλληλος 공무원 δημόσιος υπάλληλος rijksambtenaar δημόσιος υπάλληλος embetsmann δημόσιος υπάλληλος urzędnik państwowy δημόσιος υπάλληλος funcionário público δημόσιος υπάλληλος государственный служащий δημόσιος υπάλληλος myndighetshandläggare δημόσιος υπάλληλος ข้าราชการพลเรือน δημόσιος υπάλληλος hükümet görevlisi δημόσιος υπάλληλος công chức δημόσιος υπάλληλος 公务员 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|