Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.409.646 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δημόσιος υπάλληλος

0,02 sec.
δημόσιος υπάλληλος موظف حكومة
δημόσιος υπάλληλος státní zaměstnanec
δημόσιος υπάλληλος tjenestemand
δημόσιος υπάλληλος Beamter
δημόσιος υπάλληλος civil servant
δημόσιος υπάλληλος funcionario
δημόσιος υπάλληλος virkamies
δημόσιος υπάλληλος fonctionnaire
δημόσιος υπάλληλος državni službenik
δημόσιος υπάλληλος funzionario pubblico
δημόσιος υπάλληλος 公務員
δημόσιος υπάλληλος 공무원
δημόσιος υπάλληλος rijksambtenaar
δημόσιος υπάλληλος embetsmann
δημόσιος υπάλληλος urzędnik państwowy
δημόσιος υπάλληλος funcionário público
δημόσιος υπάλληλος государственный служащий
δημόσιος υπάλληλος myndighetshandläggare
δημόσιος υπάλληλος ข้าราชการพลเรือน
δημόσιος υπάλληλος hükümet görevlisi
δημόσιος υπάλληλος công chức
δημόσιος υπάλληλος 公务员


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.