| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.953.266 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δημότης |
0,01 sec. |
|
δημότης ουσ α / θ δημότης, δημότισσα [ði'motis, ði'motisa] μέλος κοινότητας administré; administréehabitant /-ante d'une commune Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|