Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.709.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διάγραμμα

0,01 sec.
διάγραμμα chart, diagram رسم بياني diagram diagram, tabel Diagramm, Tabelle diagrama, gráfico diagrammi, taulukko diagramme, tableau dijagram, karta diagramma, grafico 図, 図表 그림, 도표 diagram, grafiek diagram wykres diagrama, gráfico график, диаграмма diagram, tabell แผนภาพ, ตาราง çizelge, şekil biểu đồ, đồ thị 图表, 示意图
ουσ ουδ διάγραμμα ['ðjaɣrama]
1 σχέδιο με ενδείξεις για κπ εξέλιξη diagramme
εξηγώ ένα διάγραμμα interpréter un diagramme
2 αναπαράσταση των κύριων σημείων plan
το διάγραμμα μιας παρουσίασης le plan d'une présentation


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.