| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.709.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διάγραμμα |
0,01 sec. |
|
διάγραμμα chart, diagram رسم بياني diagram diagram, tabel Diagramm, Tabelle diagrama, gráfico diagrammi, taulukko diagramme, tableau dijagram, karta diagramma, grafico 図, 図表 그림, 도표 diagram, grafiek diagram wykres diagrama, gráfico график, диаграмма diagram, tabell แผนภาพ, ตาราง çizelge, şekil biểu đồ, đồ thị 图表, 示意图 ουσ ουδ διάγραμμα ['ðjaɣrama] 1 σχέδιο με ενδείξεις για κπ εξέλιξη diagramme εξηγώ ένα διάγραμμα interpréter un diagramme 2 αναπαράσταση των κύριων σημείων plan το διάγραμμα μιας παρουσίασης le plan d'une présentation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|