| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.375.472 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διάδοχος |
0,01 sec. |
|
διάδοχος heir, succedent, succeeding, successor héritier, successeur وريث nástupce efterfølger Nachfolger sucesor seuraaja nasljednik successore 後継者 후계자 opvolger etterfølger następca sucessor преемник efterträdare ผู้สืบตำแหน่ง halef người kế vị 接任者 ουσ α/θ διάδοχος ['ðjaðoxos] που κληρονομεί τη θέση άλλου successeur ο διάδοχος του θρόνου le successeur au trône Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|