| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.450.310 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διάδοχος |
0,01 sec. |
|
|
διάδοχος heir, succedent, succeeding, successor héritier, successeur وريث nástupce efterfølger Nachfolger sucesor seuraaja nasljednik successore 後継者 후계자 opvolger etterfølger następca sucessor преемник efterträdare ผู้สืบตำแหน่ง halef người kế vị 接任者, 继任者 繼任者
ουσ α/θ διάδοχος ['ðjaðoxos] που κληρονομεί τη θέση άλλου successeur ο διάδοχος του θρόνου le successeur au trône Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|