| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.812.688 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διάδρομος |
0,02 sec. |
|
διάδρομος aisle, corridor, hall, passage corridor, couloir, piste corridoio, pista رِوَاق, ممشى chodba, ulička korridor, midtergang Gang, Korridor corredor, pasillo käytävä hodnik, prolaz 廊下, 通路 복도, 통로 gang, gangpad korridor, midtgang korytarz, przejście corredor, coxia коридор, проход gång, korridor ทางเดินยาว, ทางเดินระหว่างที่นั่ง koridor hành lang, lối đi ở giữa 走廊, 走道 ουσ α διάδρομος ['ðjadromos] πέρασμα σε εσωτερικό χώρο couloir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|