| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.064.447 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διάρρηξη |
0,01 sec. |
|
διάρρηξη break-in, burglary cambriolage اقتحام, سَطو vloupání indbrud, indbrudstyveri Einbruch robo con allanamiento, robo con allanamiento de morada murto, murtovarkaus provala furto, irruzione 住居侵入罪, 押し入ること 강도죄, 침입 inbraak innbrudd włamanie arrombamento, assalto (незаконное) вторжение, кража со взломом inbrott การบุกเข้ามาขโมยของในอาคารหรือบ้าน, การบุกรุกเข้าไป hırsızlık sự đột nhập, trộm cắp 打断, 行窃 ουσ θ διάρρηξη ['ðjariksi] παραβίαση χώρου για κλοπή cambriolage; effraction Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|