| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.160.570 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διάσταση |
0,04 sec. |
|
διάσταση dimension بُعْد rozměr dimension Dimension dimensión ulottuvuus dimension dimenzija dimensione 寸法 치수 afmeting dimensjon wymiar dimensão измерение dimension การวัดขนาด boyut kích thước 尺寸 ουσ θ διάσταση ['ðjastasi] 1 μέγεθος volume έχω τεράστιες διαστάσεις avoir des dimensions énormes 2 το ύψος, το πλάτος, το μήκος κ.λπ. dimension σε τρεις διαστάσεις en trois dimensions/en 3D 3 ο αντίκτυπος, η σοβαρότητα ενός θέματος dimensionampleur παίρνω μεγάλες διαστάσεις prendre des dimensions importantes η διάσταση του προβλήματος l'ampleur du problème 4 διαφορά απόψεων, απόσταση séparation Βρίσκονται σε διάσταση. Ils sont en instance de séparation. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|