Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.974.067 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διάσταση

0,04 sec.
διάσταση dimension بُعْد rozměr dimension Dimension dimensión ulottuvuus dimension dimenzija dimensione 寸法 치수 afmeting dimensjon wymiar dimensão измерение dimension การวัดขนาด boyut kích thước 尺寸
ουσ θ διάσταση ['ðjastasi]
1 μέγεθος volume
έχω τεράστιες διαστάσεις avoir des dimensions énormes
2 το ύψος, το πλάτος, το μήκος κ.λπ. dimension
σε τρεις διαστάσεις en trois dimensions/en 3D
3 ο αντίκτυπος, η σοβαρότητα ενός θέματος dimensionampleur
παίρνω μεγάλες διαστάσεις prendre des dimensions importantes
η διάσταση του προβλήματος l'ampleur du problème
4 διαφορά απόψεων, απόσταση séparation
Βρίσκονται σε διάσταση. Ils sont en instance de séparation.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.