| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.464.262 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διάσωση |
0,02 sec. |
|
|
διάσωση rescue sauvetage, rescousse إنقاذ záchrana redning Rettung rescate pelastus spašavanje salvataggio 救助 구조 redding redningsaksjon ratunek resgate, salvamento спасение räddning การช่วยชีวิต kurtarma sự cứu nguy 援救, 救援 救援
ουσ θ διάσωση ['ðjasosi] 2 προστασία protection; précaution η διάσωση μνημείων la conservation des monuments Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|