Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.504.739 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διαβάζω φωναχτά

0,04 sec.
διαβάζω φωναχτά يَقْرَأ بصوت مرتفع
διαβάζω φωναχτά přečíst nahlas
διαβάζω φωναχτά læse op
διαβάζω φωναχτά vorlesen
διαβάζω φωναχτά read out
διαβάζω φωναχτά leer en voz alta
διαβάζω φωναχτά lukea ääneen
διαβάζω φωναχτά lire tout haut
διαβάζω φωναχτά pročitati
διαβάζω φωναχτά leggere ad alta voce
διαβάζω φωναχτά 読み上げる
διαβάζω φωναχτά 소리내어 읽다
διαβάζω φωναχτά hardop lezen
διαβάζω φωναχτά lese ut
διαβάζω φωναχτά odczytać
διαβάζω φωναχτά ler em voz alta
διαβάζω φωναχτά читать вслух
διαβάζω φωναχτά läsa upp
διαβάζω φωναχτά อ่านออกเสียง
διαβάζω φωναχτά yüksek sesle okumak
διαβάζω φωναχτά đọc to
διαβάζω φωναχτά 朗读


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.