| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.100.440 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαβεβαιώνω |
0,02 sec. |
|
διαβεβαιώνω affirm, assure, avow, confirm يُطَمئن ujistit forsikre versichern asegurar vakuuttaa assurer uvjeravati assicurare 確約する 보증하다 verzekeren forsikre zapewnić assegurar уверять försäkra ให้ความมั่นใจ güvence vermek cam đoan 确告 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|