| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.764.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαβητικός |
0,01 sec. |
|
διαβητικός diabetic شخص مصاب بالبول السكرى, مصاب بالسكري diabetický, diabetik diabetiker, diabetisk Diabetiker, zuckerkrank diabético diabeetikko, diabeettinen diabétique šećeraš diabetico 糖尿病の, 糖尿病患者 당뇨병 환자, 당뇨병의 diabeticus, diabetisch diabetiker, diabetisk cukrzycowy, diabetyk diabético диабетик, диабетический diabetiker, diabetisk คนเป็นเบาหวาน, ซี่งเป็นเบาหวาน diyabetik, şeker hastası mắc bệnh tiểu đường, người mắc bệnh tiểu đường 糖尿病患者, 糖尿病的 επίθ α / θ / ουδ διαβητικός, διαβητική, διαβητικό [ðjaviti'kos, ðjaviti'ci, ðjaviti'ko] που πάσχει από ζάχαρο diabétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|