Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.183.931 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διαγωνίζομαι

0,02 sec.
διαγωνίζομαι wetteifern, konkurrieren
διαγωνίζομαι compete
διαγωνίζομαι competir, examinarse, competir
διαγωνίζομαι concourir
διαγωνίζομαι a concura
διαγωνίζομαι يَتناَفس
διαγωνίζομαι soupeřit
διαγωνίζομαι konkurrere
διαγωνίζομαι kilpailla
διαγωνίζομαι natjecati se
διαγωνίζομαι gareggiare
διαγωνίζομαι 競争する
διαγωνίζομαι 경쟁하다
διαγωνίζομαι wedijveren
διαγωνίζομαι konkurrere
διαγωνίζομαι współzawodniczyć
διαγωνίζομαι competir
διαγωνίζομαι конкурировать
διαγωνίζομαι tävla
διαγωνίζομαι แข่งขัน
διαγωνίζομαι yarışmak
διαγωνίζομαι cạnh tranh
διαγωνίζομαι 比赛


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.