| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.786.854 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαγώνιος |
0,02 sec. |
|
διαγώνιος diagonal, cross diagonal, diagonale, fâché قطرى, مُتَقَاطِع diagonální, křížový diagonal, krydset diagonal, verärgert en diagonal, enfadado kiukkuinen, vino dijagonalan, ljutit diagonale, incrociato 不機嫌な, 対角の 교차된, 대각선의 boos, diagonaal diagonal, tverr przekątny, rozgniewany bravo, diagonal, zangado диагональный, перекрестный arg, diagonal โกรธฉุนเฉียว, ทแยงมุม köşegen, öfkeli cáu, chéo 交叉的, 对角线的 επίθ α / θ / ουδ διαγώνιος, §§§§διαγώνι, διαγώνιο [ðja'ɣonios, §§§§ðja'ɣoniosa, ðja'ɣonio] πλάγια κατεύθυνση, σε σχέση με την ευθεία diagonal/-ale ουσ θ διαγώνιος Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|