| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.555.668 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαδίδω |
0,02 sec. |
|
διαδίδω spread, spread out ينتشر prostírat (se) sprede (sig) ausdehnen propagar, propagarse levittäytyä s’étaler proširiti stendere 広げる 펼치다 verbreden (zich) spre utover rozciągnąć dispersar-se рассредоточивать(ся) sprida ut แผ่ออกไป yayılmak tản ra 展开 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|