| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.510.171 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διαδηλώνω |
0,01 sec. |
|
|
διαδηλώνω demonstrate
ρ αμετβ διαδηλώνω [ðjaði'lono] βγαίνω οργανωμένα στους δρόμους με κπ αίτημα manifester διαδηλώνω υπέρ της ειρήνης manifester pour la paix Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|