| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.512.979 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διαδοχή |
0,02 sec. |
|
|
διαδοχή succession, sequence succession successione sucessão sucesión الخلافة succession
ουσ θ διαδοχή [ðjaðo'çi] 1 απόκτηση αξιώματος κάποιου άλλου succession η διαδοχή του προέδρου la succession du président 2 ακολουθία série η διαδοχή των εποχών la succession des saisons Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|