| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.247.603 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαδοχή |
0,03 sec. |
|
διαδοχή succession, sequence succession ουσ θ διαδοχή [ðjaðo'çi] 1 απόκτηση αξιώματος κάποιου άλλου succession η διαδοχή του προέδρου la succession du président 2 ακολουθία série η διαδοχή των εποχών la succession des saisons Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|