| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.510.552 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαδοχικός |
0,04 sec. |
|
διαδοχικός successive, consecutive متعاقب, مُتَعاَقِب následný, po sobě jdoucí konsekutiv, successiv aufeinanderfolgend consecutivo peräkkäinen consécutif, successif u nizu, uzastopan consecutivo, successivo 連続する, 連続的な 연속적인, 연속하는 opeenvolgend påfølgende kolejny consecutivo, sucessivo последовательный, последующий på varandra följande, successiv ที่ต่อเนื่องตามลำดับ, อย่างต่อเนื่องกัน ardı ardına, ardıl liên tiếp, liên tục 继承的, 连续的 επίθ α / θ / ουδ διαδοχικός, διαδοχική, διαδοχικό [ðjaðoçi'kos, ðjaðoçi'c-i, ðjaðoçi'k-o] που έρχονται το ένα μετά από το άλλο successif/-ive διαδοχικά γεγονότα des évènements successifs Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|