| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.309.286 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαιρώ |
0,02 sec. |
|
διαιρώ dividieren, spalten, trennen divide, split dividir diviser, fendre dividere, spaccare يُقَسِم, يَنْقَسِم rozdělit, roztříštit (se) dele, splitte jakaa, pilkkoa podijeliti, raskoliti 分ける, 割る ...을 나누다, (...으로) 쪼개다 splitsen, verdelen dele, splitte podzielić, rozłupać dividir разделять, раскалывать dela upp แบ่ง, แยก ayırmak, bölmek chia tách, vỡ 分岔, 分开 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|