| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.586.533 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διακανονισμός |
0,01 sec. |
|
διακανονισμός settlement, arrangement διακανονισμός ترتيب διακανονισμός plán διακανονισμός arrangement διακανονισμός Anordnung διακανονισμός arreglo διακανονισμός järjestely διακανονισμός arrangement διακανονισμός razmještaj διακανονισμός disposizione διακανονισμός 手配 διακανονισμός 준비 διακανονισμός regeling διακανονισμός arrangement διακανονισμός rozplanowanie διακανονισμός arranjo, preparativo διακανονισμός приведение в порядок διακανονισμός arrangemang διακανονισμός การจัดเตรียม διακανονισμός düzenleme διακανονισμός sự thu xếp διακανονισμός 安排 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|