| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.541.220 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διακινδυνεύω |
0,01 sec. |
|
|
διακινδυνεύω jeopardize, risk يُجازف risknout risikere riskieren arriesgar riskeerata risquer riskirati rischiare 危険にさらす 위험을 무릅쓰다 riskeren risikere zaryzykować arriscar рисковать riskera เสี่ยง tehlikeye atmak liều 冒险
ρ μετβ διακινδυνεύω [ðjacinði'nevo] παίρνω συνειδητά κπ ρίσκο mettre en périlcompromettre διακινδυνεύω τη φήμη μου compromettre sa réputation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|