| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.522.245 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διακοπή |
0,01 sec. |
|
διακοπή interruption interrupt, pause, severance, interruption مقاطعة přerušení afbrydelse Unterbrechung interrupción keskeytys prekid interruzione 中断 방해 onderbreking avbrytelse przerwanie interrupção прерывание avbrott การหยุดชะงัก müdahale sự chen ngang 打断 ουσ θ διακοπή [ðjako'pi] 1 διάλειμμα, παύση pause; interruption χωρίς διακοπή sans interruption 2 απρόβλεπτη παύση coupure διακοπή ρεύματος une coupure de courant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|