Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.644.544 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διακοπή ρεύματος

0,01 sec.
διακοπή ρεύματος انقطاع التيار الكهربي
διακοπή ρεύματος výpadek elektrického proudu
διακοπή ρεύματος strømafbrydelse
διακοπή ρεύματος Stromausfall
διακοπή ρεύματος power cut, power outage
διακοπή ρεύματος apagón
διακοπή ρεύματος sähkökatkos
διακοπή ρεύματος coupure d’électricité
διακοπή ρεύματος prekid struje
διακοπή ρεύματος interruzione di corrente
διακοπή ρεύματος 停電
διακοπή ρεύματος 정전
διακοπή ρεύματος stroomonderbreking
διακοπή ρεύματος strømbrudd
διακοπή ρεύματος przerwa w dostawie prądu
διακοπή ρεύματος corte de electricidade, corte de eletricidade
διακοπή ρεύματος strömavbrott
διακοπή ρεύματος การตัดไฟชั่วคราว
διακοπή ρεύματος elektrik kesintisi
διακοπή ρεύματος mất điện
διακοπή ρεύματος 停电


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.