| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.741.342 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διακρίνω |
0,01 sec. |
|
διακρίνω discern, distinguish distinguer ρ μετβ διακρίνω [ðja'krino] 1 καταφέρνω να δω distinguer διακρίνω κτ στο σκοτάδι distinguer qqch dans l'obscurité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|