| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.461.970 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διακρίνω |
0,01 sec. |
|
|
διακρίνω discern, distinguish distinguer
ρ μετβ διακρίνω [ðja'krino] 1 καταφέρνω να δω distinguer διακρίνω κτ στο σκοτάδι distinguer qqch dans l'obscurité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|