| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.320.205 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διακριτικός |
0,01 sec. |
|
διακριτικός discreet, distinguishing, discrete, considerate, tactful discret, délicat, prévenant sutil, atencioso, diplomático لبق, مُراعٍ لمشاعر الآخرين ohleduplný, taktní hensynsfuld, taktfuld rücksichtsvoll, taktvoll atento, diplomático huomaavainen, tahdikas obziran, taktičan avveduto, riguardoso 思いやりのある, 機転のきく 이해심 많은, 재치 있는 attent, tactisch hensynsfull, taktfull taktowny внимательный, тактичный omtänksam, taktfull ที่คิดถึงความคิดของผู้อื่น, มีไหวพริบดี düşünceli, incelikli chu đáo, tế nhị 机智的, 考虑周到的 επίθ α / θ / ουδ διακριτικός, διακριτική, διακριτικό [ðjakriti'kos, ðjakriti'ko, ðjakriti'ko] 2 τα στοιχεία που ξεχωρίζουν κπ από κπ άλλον distinctif/-ive διακριτικά στοιχεία des éléments distinctifs |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|