| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.633.044 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διακόπτης |
0,03 sec. |
|
διακόπτης switch, ignition interrupteur, bouton مفتاح كهربائي vypínač kontakt Schalter interruptor katkaisija prekidač interruttore スイッチ 스위치 schakelaar bryter przełącznik interruptor выключатель strömbrytare เครื่องปิดและเปิดไฟฟ้า elektrik düğmesi công tắc 开关 ουσ α διακόπτης [ðja'koptis] κουμπί που πιέζουμε για να θέσουμε κτ σε λειτουργία interrupteur ηλεκτρικός διακόπτης un interrupteur de courrant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|