| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.465.743 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διακόπτης |
0,02 sec. |
|
|
διακόπτης switch, ignition interrupteur, bouton مفتاح كهربائي vypínač kontakt Schalter interruptor katkaisija prekidač interruttore スイッチ 스위치 schakelaar bryter przełącznik interruptor выключатель strömbrytare เครื่องปิดและเปิดไฟฟ้า elektrik düğmesi công tắc 开关 開關
ουσ α διακόπτης [ðja'koptis] κουμπί που πιέζουμε για να θέσουμε κτ σε λειτουργία interrupteur ηλεκτρικός διακόπτης un interrupteur de courrant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|