| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.886.393 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διακόπτω |
0,06 sec. |
|
διακόπτω unterbrechen, stören interrupt, pause, disrupt interrompi interrompre, déranger întrerupe يقُاطِع, يُمَزِق přerušit afbryde interrumpir, perturbar keskeyttää omesti, prekinuti interrompere 中断する, 混乱させる 방해하다, 중단시키다 onderbreken, verstoren avbryte przerwać, rozerwać interromper прерывать, разрывать avbryta ทำให้ยุ่งเหยิง, ทำให้หยุดชะงัก bölmek, sözünü kesmek chen ngang, làm gián đoạn 打断, 扰乱 ρ μετβ διακόπτω [ðja'kopto] κάνω κτ ή κπ να σταματήσει interrompre διακόπτω ένα πρόγραμμα interrompre un programme ρ μεσοπαθ διακόπτομαι [ðja'koptome] être interrompu/-ue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|