| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.011.512 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαλλακτικός |
0,01 sec. |
|
διαλλακτικός conciliatory conciliant επίθ α / θ / ουδ διαλλακτικός, διαλλακτική, διαλλακτικό [ðjalakti'kos, ðjalakti'ci, ðjalakti'ko] που αναζητάει τη συμφιλίωση conciliant/-ante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|