| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.107.437 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαμένω |
0,02 sec. |
|
διαμένω blijven, binnenblijven διαμένω يمْكُث διαμένω zůstat doma διαμένω blive hjemme διαμένω zu Hause bleiben διαμένω quedarse en casa διαμένω jäädä johonkin διαμένω rester chez soi διαμένω ostati u kući διαμένω restare a casa διαμένω 家にいる διαμένω 집에 있다 διαμένω holde seg hjemme διαμένω pozostać w διαμένω ficar em casa διαμένω не выходить (из дома) διαμένω stanna hemma διαμένω อยู่ในบ้าน διαμένω kalmak διαμένω không ra ngoài διαμένω 在家 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|