| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.858.229 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαμέρισμα |
0,03 sec. |
|
διαμέρισμα flat, partition, territory, apartment, compartment appartement, partition, région, territoire, compartiment appartamento, compartimento شَقّة, مُسَطّح, مقصورة byt, kupé kupé, lejlighed Abteil, Wohnung apartamento, compartimento, piso asunto, osasto odjeljak, stan アパート, コンパートメント, フラット 아파트, 칸막이, 평면 appartement, compartiment, vlak leilighet, seksjon mieszkanie, przedział apartamento, compartimento квартира, комната, отделение avdelning, lägenhet ที่ราบ, ห้องในรถไฟ, อพาร์ทเมนท์ apartman dairesi, kompartıman căn hộ, toa tàu hỏa 公寓, 公寓住宅, 车厢 ουσ ουδ διαμέρισμα [ðja'merizma] κατοικία μέσα σε πολυκατοικία appartement νοικιάζω ένα διαμέρισμα louer un appartement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|