| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.252.167 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διανέμω |
0,04 sec. |
|
διανέμω distribute, allot, apportion, mete, give out διανέμω يُفْصِح عن, يوزع διανέμω rozdat, roznést διανέμω distribuere, give ud διανέμω distribuir διανέμω jakaa διανέμω distribuer διανέμω distribuirati, isijavati διανέμω cedere, distribuire διανέμω 配る, 配布する διανέμω 배포하다, 분배하다 διανέμω bezwijken, distribueren διανέμω rozdać, rozprowadzić διανέμω dar, distribuir διανέμω раздавать, распределять διανέμω avge, sprida διανέμω แจกจ่าย διανέμω dağıtmak διανέμω phân phối, phát ra Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|