Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.252.167 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διανέμω

0,04 sec.
διανέμω rozdat, roznést
διανέμω distribuere, give ud
διανέμω austeilen, verteilen
διανέμω distribuir
διανέμω jakaa
διανέμω distribuer
διανέμω distribuirati, isijavati
διανέμω cedere, distribuire
διανέμω 配る, 配布する
διανέμω 배포하다, 분배하다
διανέμω bezwijken, distribueren
διανέμω fordele, utgi
διανέμω rozdać, rozprowadzić
διανέμω dar, distribuir
διανέμω avge, sprida
διανέμω แจกจ่าย
διανέμω dağıtmak
διανέμω phân phối, phát ra
διανέμω 分发, 分配


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.