| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.496.899 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διανοούμενος |
0,01 sec. |
|
|
διανοούμενος intellectual intellectuel فِكْري intelektuál intellektuel Intellektueller intelectual älykkö intelektualac intellettuale 知識人 지식인 intellectueel intellektuell intelektualista intelectual интеллектуал intellektuell ผู้มีปัญญาสูง entellektüel người trí thức 知识分子
ουσ α / θ διανοούμενος, διανοούμενη [ðjano'umenos, ðjano'umeni] πνευματικός άνθρωπος intellectuel; intellectuelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|