| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.888.553 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαπερνώ |
0,01 sec. |
|
διαπερνώ penetrate μετβ ρ διαπερνώ, διαπερνάω [ðjaper'no, ðjaper'nao] 1 τρυπάω από τη μια έως την άλλη μεριά transpercer Η βελόνα διαπερνά το ύφασμα. L'aiguille transperce le tissu. 2 περνάω μέσα από transpercer Το κρύο με διαπερνά. Le froid me transperce. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|