| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.498.945 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διαπερνώ |
0,02 sec. |
|
|
διαπερνώ penetrate
μετβ ρ διαπερνώ, διαπερνάω [ðjaper'no, ðjaper'nao] 1 τρυπάω από τη μια έως την άλλη μεριά transpercer Η βελόνα διαπερνά το ύφασμα. L'aiguille transperce le tissu. 2 περνάω μέσα από transpercer Το κρύο με διαπερνά. Le froid me transperce. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|