| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.003.656 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαπράττω |
0,02 sec. |
|
διαπράττω commit, perpetrate διαπράττω يَرتكِب διαπράττω spáchat διαπράττω begå διαπράττω begehen διαπράττω cometer διαπράττω tehdä rikos tai virhe διαπράττω commettre διαπράττω povjeriti διαπράττω impegnarsi διαπράττω 犯す διαπράττω 저지르다 διαπράττω toevertrouwen διαπράττω begå διαπράττω popełnić διαπράττω comprometer-se διαπράττω совершать διαπράττω begå διαπράττω ให้คำมั่นสัญญา διαπράττω işlemek διαπράττω phạm phải διαπράττω 托交 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|