| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.036.589 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαπραγμάτευση |
0,04 sec. |
|
διαπραγμάτευση negotiation, parley negociado négociation, tractation negociere ουσ θ διαπραγμάτευση [ðjapraɣ'matefsi] συζήτηση για να βρεθεί συμβιβαστική λύση négociation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|