| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.243.622 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαρκώς |
0,20 sec. |
|
διαρκώς permanently, constantly διαρκώς toujours, constamment διαρκώς بِثَبَات διαρκώς neustále διαρκώς konstant διαρκώς dauernd διαρκώς constantemente διαρκώς jatkuvasti διαρκώς stalno διαρκώς costantemente διαρκώς 絶えず διαρκώς 계속 διαρκώς constant διαρκώς kontinuerlig διαρκώς stale διαρκώς constantemente διαρκώς постоянно διαρκώς konstant διαρκώς เกิดขึ้นตลอดเวลา διαρκώς sürekli διαρκώς liên tục διαρκώς 不变地 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|