| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.652.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαρρέω |
0,02 sec. |
|
διαρρέω leak, seep يَِتسرب uniknout lække lecken tener un escape vuotaa fuir curiti perdere 漏れる 새다 lekken lekke przeciec vazar давать течь läcka รั่ว sızdırmak rò rỉ 漏 ρ αμετβ διαρρέω [§§§§ðia'reo] (για πληροφορία) γίνομαι ευρύτερα γνωστός από λάθος fuir πληροφορίες που διαρρέουν une fuite d'informations Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|