| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.525.822 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διασκεδαστικός |
0,02 sec. |
|
|
διασκεδαστικός amusing, entertaining, funny amuza amusant, distrayant, divertissant مسل zábavný underholdende unterhaltsam entretenido viihdyttävä zabavan divertente 愉快な 재미있는 amusant underholdende zabawny divertido развлекательный underhållande ซึ่งสนุกสนานเพลิดเพลิน eğlendirici vui thú 有趣的
επίθ θ / ουδ διασκεδαστικός, διασκεδαστική, διασκεδαστικό [ðjasceðasti'kos, ðjasceðasti'ci, ðjasceðasti'ko] που κάνει κπ να περνάει ευχάριστα amusant/-antedivertissant/-ante διασκεδαστικό παιχνίδι un jeu divertissant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|