| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.449.529 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διασταύρωση |
0,01 sec. |
|
διασταύρωση cross, junction وصلة křižovatka knudepunkt Kreuzung cruce risteys carrefour raskrižje incrocio 交差点 교차로 kruising kryss połączenie cruzamento соединение korsning ทางแยก kavşak chỗ giao nhau 汇合处 ουσ θ διασταύρωση [ðja'stavrosi] 1 ζευγάρωμα croisement 2 σημείο συνάντησης δρόμων carrefourcroisement 3 επαλήθευση confirmation η διασταύρωση πληροφοριών le croisement d'informations Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|