Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.198.954 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διασφαλίζω

0,02 sec.
διασφαλίζω safeguard, secure, ensure
διασφαλίζω يَكْفُل
διασφαλίζω zajistit
διασφαλίζω sikre
διασφαλίζω sicherstellen
διασφαλίζω asegurar, asegurarse
διασφαλίζω varmistaa
διασφαλίζω s’assurer que
διασφαλίζω osigurati
διασφαλίζω assicurare
διασφαλίζω 保証する
διασφαλίζω 보장하다
διασφαλίζω ervoor zorgen
διασφαλίζω sørge for
διασφαλίζω zapewnić
διασφαλίζω assegurar
διασφαλίζω гарантировать
διασφαλίζω garantera
διασφαλίζω ทำให้แน่ใจว่า
διασφαλίζω garantiye almak
διασφαλίζω bảo đảm
διασφαλίζω 保证


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.