| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.931.685 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διασχίζω |
0,02 sec. |
|
διασχίζω cross traverser يَعَبُر zkřížit krydse überqueren cruzar ylittää preći incrociare 横切る (...을) 교차시키다 kruisen krysse przekroczyć cruzar пересекать korsa ข้าม karşıdan karşıya geçmek đi qua 勾划 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|