| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.312.107 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διατάραξη |
0,02 sec. |
|
διατάραξη ουσ θ διατάραξη [ðja'taraksi] ενόχληση perturbation; trouble η διατάραξη της δημόσιας τάξης la perturbation de l'ordre public Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|