Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.544.297 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διατήρηση

0,02 sec.
διατήρηση المُحافظة على الموارد الطبيعية konzervace bevarelse Erhaltung conservation protección, conservación luonnonsuojelu préservation očuvanje conservazione 保全 보존 conservatie bevaring ochrona conservação охрана bevarande การอนุรักษ์ธรรมชาติและสภาพแวดล้อม koruma sự bảo tồn 保存 опазване שימור
ουσ θ διατήρηση [ðja'tirisi]
1 αντοχή στη φθορά conservation
η διατήρηση των χρωμάτων la conservation des couleurs
η διατήρηση των τροφίμων la conservation des aliments
2 η στασιμότητα μιας κατάστασης maintien
η διατήρηση της τάξης le maintien de l'ordre
η διατήρηση της θερμοκρασίας le maintien de la température


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.