| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.827.694 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διατηρώ |
0,02 sec. |
|
διατηρώ maintain, preserve, retain, conserve, keep maintenir, préserver, garder يَحفَظ nechat (si) holde behalten guardar, mantenerse säilyttää zadržati tenere 持ち続ける ...을 간직하다 houden beholde zatrzymywać guardar держать behåll เก็บ tutmak giữ 保持 ρ μετβ διατηρώ [ðjati'ro] ρ μεσοπαθ διατηρούμαι [ðjati'rume] παραμένω se conserver διατηρούμαι νέος rester jeunese conserver Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|