Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.555.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διατηρώ

0,01 sec.
διατηρώ maintain, preserve, retain, conserve, keep maintenir, préserver, garder يَحفَظ nechat (si) holde behalten guardar, mantenerse säilyttää zadržati tenere 持ち続ける ...을 간직하다 houden beholde zatrzymywać guardar держать behåll เก็บ tutmak giữ 保持
ρ μετβ διατηρώ [ðjati'ro]
1 συντηρώ entretenircultiver
διατηρώ κτ σε καλή κατάσταση conserver qqch en bon état
2 κάνω κτ να διαρκεί gardermaintenir
διατηρώ την καλή μου διάθεση garder sa bonne humeur
διατηρώ μια σχέση maintenir un lien
ρ μεσοπαθ διατηρούμαι [ðjati'rume]
παραμένω se conserver
διατηρούμαι νέος rester jeunese conserver


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.