Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.574.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διαφωνώ

0,01 sec.
διαφωνώ disagree, argue يتعاَرَض nesouhlasit være uenige nicht zustimmen discrepar olla eri mieltä être en désaccord ne složiti se dissentire 意見が異なる 의견이 맞지 않다 het oneens zijn være uenig nie zgodzić się descordar, discordar, Discordo не соглашаться inte hålla med ไม่เห็นด้วย farklı görüşte olmak bất đồng 不同意
ρ αμετβ διαφωνώ [ðjafo'no]
δε συμφωνώ ne pas être d'accordêtre en désaccord
Διαφωνώ μαζί σου. Je ne suis pas d'accord avec toi.
Διαφωνούμε πάνω σ' ένα θέμα. Nous sommes en désaccord sur ce point.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.