| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.586.211 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διαχειριστής |
0,01 sec. |
|
|
διαχειριστής administrator, bailiff, trustee administrador администратор מנהל 管理者 관리자
ουσ α / θ διαχειριστής, διαχειρίστρια [ðjaçiri'stis, ðjaçi'ristria] που είναι υπεύθυνος για περιουσία ή κατάστημα κ.λπ. gérant/-anteadministrateur/-trice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|