| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.090.026 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαχειριστής |
0,03 sec. |
|
διαχειριστής administrator, bailiff, trustee administrador администратор ουσ α / θ διαχειριστής, διαχειρίστρια [ðjaçiri'stis, ðjaçi'ristria] που είναι υπεύθυνος για περιουσία ή κατάστημα κ.λπ. gérant/-anteadministrateur/-trice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|