| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.595.634 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διαχωριστικός |
0,01 sec. |
|
διαχωριστικός επίθ α / θ / ουδ διαχωριστικός, διαχωριστική, διαχωριστικό [ðjaxoristi'kos, ðjaxoristi'ci, ðjaxoristi'ko] που χωρίζει κπ τόπο séparateur/-trice διαχωριστική γραμμή une ligne séparatrice ουσ ουδ διαχωριστικό χώρισμα cloison Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|