| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.155.067 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διδάσκω |
0,04 sec. |
|
διδάσκω lehren, anweisen teach, instruct enseigner, instruire يُدَرْس, يُعلِم dát pokyn, naučit instruere, lære dar instrucciones, enseñar neuvoa, opettaa podučavati, uputiti insegnare, ordinare 指示する, 教える 가르치다, 교육하다 onderwijzen instruere, undervise dać wskazówki, nauczyć ensinar, instruir инструктировать, учить instruera, undervisa แนะนำ, สอน öğretmek, talimat vermek dạy học, hướng dẫn 指示, 讲授 ρ αμετβ διδάσκω ασκώ το επάγγελμα του δασκάλου ή καθηγητή enseigner ρ μεσοπαθ διδάσκομαι [ði'ðaskome] apprendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|