Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.589.645 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

διδάσκω

0,01 sec.
διδάσκω lehren, anweisen teach, instruct enseigner, instruire يُدَرْس, يُعلِم dát pokyn, naučit instruere, lære dar instrucciones, enseñar neuvoa, opettaa podučavati, uputiti insegnare, ordinare 指示する, 教える 가르치다, 교육하다 onderwijzen instruere, undervise dać wskazówki, nauczyć ensinar, instruir инструктировать, учить instruera, undervisa แนะนำ, สอน öğretmek, talimat vermek dạy học, hướng dẫn 指示, 讲授
ρ μετβ διδάσκω [ði'ðasko]
μεταδίδω γνώσεις enseigner
διδάσκω ιστορία enseigner l'histoire
ρ αμετβ διδάσκω ασκώ το επάγγελμα του δασκάλου ή καθηγητή enseigner
ρ μεσοπαθ διδάσκομαι [ði'ðaskome] apprendre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.