| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.037.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
διδακτικός |
0,01 sec. |
|
διδακτικός didactique επίθ α / θ / ουδ διδακτικός, διδακτική, διδακτικό [ðiðakti'kos, ðiðakti'ci, ðiðakti'ko] 2 που περιέχει κπ δίδαγμα didactiqueinstructif/-ive διδακτικό βιβλίο un livre didactique ουσ θ διδακτική σπουδές γύρω από τη διδασκαλία didactique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|