| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.600.423 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
διδακτορικό |
0,01 sec. |
|
|
διδακτορικό Ph.d.
ουσ ουδ διδακτορικό [ðiðaktori'ko] δίπλωμα μετά από υποστήριξη επιστημονικής διατριβής thèse (de doctorat) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|